231208
Περπατούσα στους άλλωτε οθωμανικούς δρόμους. Ήταν βράδι, κάπου στις γιορτές. Βροχερή νύχτα με τσουχτερό κρύο. Οι δρόμοι γυάλιζαν – μέσα τους καθρεφτίζονταν τα χριστουγεννιάτικα φώτα της πόλης. Ήμουν όμως τυχερός, τα νερά είχαν σταματήσει- για λίγο. Σκεφτικός. Είχα ψηλώσει τους ώμους μου καθώς περπατούσα. «Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που το αποφάσισα..»
Μου την έδινε που χρειαζόταν να περπατήσω στα νερά. Εξάλλου, ήμουν καλά ντυμένος, Στα μαύρα. Το χρώμα μου; Όχι τόσο. Αλλά πάντα ποτέ δεν μπορούσα τα funky χρώματα και τα παράξενα ρούχα. Ίσως κάποτε να πρόδιδε μιζέρια μου. Τώρα τελευταία όμως το έκανα embrace. Με τα μαύρα ρούχα και αξύριστος, αλλά και με το σκεφτικό ύφος με το ψιλοσούφρωμα των φρυδιών, σταμάτησα έξω απο την φωτεινή επιγραφή. Ακουγόταν μέχρι έξω η μουσική.
Ένιωθα stalker. Ίσως να ήμουν. Άναψα ένα τσιγάρο και περιμένα. Δεν ξέρω τι περίμενα. Ίσως την γαμημένη τύχη μου; Ίσως τον εαυτό μου να αποφασίσει να κάνει κίνηση. Άνοιξα την γύαλινη πόρτα και άκουσα τον τυπικό ήχο των τακουνιών, δίπλα στο ξύλινο staircase. Γύρισα το βλέμμα μου. Δεν ήταν αυτή. Ήταν ένα τυπικό ξανθό ξέκωλο γύρω στα 23 να κατεβαίνει τις σκάλες. «Κάποιος θα γαμήσει απόψε» σκέφτηκα. Όχι εγώ βέβαια, κάποιος άλλος. Αυτός που θα του έκανε νάζια και θα κολλούσε επάνω του στην πίστα.
Άνοιξα τη δεύτερη πόρτα που βρέθηκε μπροστά μου. Καπνός, πολύ δυνατή μουσική. Μισόκλεισα τα μάτια μου και γύρισα αριστερά-δεξιά. Ο τυπικός κόσμος, οι τυπικές παρέες. Στο τραπέζι μέσα αριστερά, έριξα το βλέμμα μου επάνω της. Την είδα. Κούκλα όπως πάντα. Να φοράει το μαύρο φόρεμα που έδειχνε τα καλά qualities της. Είχε τα μαλλιά της επάνω. Το ύφος της ήταν κάπως. Καθόταν μόνη καθώς οι υπόλοιποι έσπαζαν πιάτα στη πίστα. Μια ψίλοδάγκωνε τα χείλη της, και εστίαζε το βλέμμα της στα δάκτυλά της. Αμήχανη. Έριχνε κλεφτές ματιές δεξιά και αριστερά. Προσπάθησα να μην με δεί. Δεν ήθελα να με δεί.
Δεν ένιωσα καλά. Ήθελα να την δω χαρούμενη, να γελάει. Γιατί της πάει ρε γαμώτο! Ήθελα να την δω να γελάει.. να χαίρεται και να χορεύει. Η μιζέρια ήταν δικό μου ελάττωμα. Δεν ήθελα ποτέ, μα ποτέ να της το μεταδώσω. Γύρισα είδα το πάτωμα και έφυγα με γρήγορες κινήσεις. Έσπρωξα με τον ώμο μου αυτούς που στέκονταν πίσω μου. Κάποιος μου φώναξε «Πρόσεχε ρε μαλάκα». Δεν έδωσα σημασία. Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα ξανά έξω.
Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει, μα δεν με ένοιαζε. Ούτε για το καλό πουκάμισο, ούτε για τίποτε. Περπατούσα με γρήγορα βήματα. Οι ψιχάλες φαινονταν στα φώτα των αυτοκίνητων που είχαν σχηματίσει ουρά. Κόσμος όμορφος, και άσχημος, όλοι έτοιμοι να πάνε να τα σπάσουν. Να περάσουν καλά. Και ένας τρελλός στους δρόμους. Για ‘σένα..


0 comments: